Liddel and Scott
Greek Lexicon


κάδδος, = κάδος (q.v.). καδδρᾰθέτην, v. καταδαρθάνω. καδδῦσαι, Ep. nom. pl. fem. aor. 2 part. Act. of καταδύω. κᾱδεστής, Dor. for κηδεστής. κάδης: ἁγιασμός, Hsch.