δαάναι: δύεσθαι, ὅσον εἰς τὴν χρείαν τοῦ στήμονος μεριζόμενον καθάπτεσθαι, Hsch. δαβελός [i.e. δαf], = δαλός (Lacon.), Id. δαβῆ: καυθῇ (Lacon.), Id.